"Το λεξικό της Λαϊκής Σοφίας -[1]"

 [Σελίδα 1] - [Σελίδα 2] - [Σελίδα 3] - [Σελίδα 4]

 "Άγραφα" - "Είναι απ' τα άγραφα"  -  " Αυτό είναι..."
 Σε μερικές περιπτώσεις λέμε: "Αυτό που μου συνέβη είναι από τα άγραφα" ή "αυτό που μου λες είναι από τα άγραφα", δηλαδή κάτι απίθανο, καταπληκτικό, απίστευτο.  Η φράση αυτή προήλθε όπως φαίνεται από "τα άγραφα" εκκλησιαστικά κείμενα, που όπως και τα "απόκρυφα", δεν περιλαμβάνονται στα "κανονικά" Ευαγγέλια και στα λοιπά εκκλησιαστικά κείμενα, που περιγράφουν τη ζωή και το έργο και αυτά που είπε ο Ιησούς.  Μερικοί λένε ότι προέρχεται από τα βουνά της Ευρυτανίας "τα Άγραφα". Όμως δεν είναι σωστό. Τα βουνά αυτά πήραν το όνομα "Άγραφα" από το γεγονός ότι οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να υποδουλώσουν την περιοχή και δεν την περιέλαβαν στα φορολογικά τους βιβλία, σε αντίθεση με τα Γραμμένα των Ιωαννίνων.

" Άι στον κόρακα" - "Πήγαινε στον κόρακα" - "Να σώσει το πετσί του "
Η φράση αυτή, που είναι μετάφραση της αρχαίας «ές κόρακας», έχει αρκετές εκδοχές προέλευσης. Οι Βυζαντινοί την έλεγαν μονολεκτικά «Κόραξι» (στους κόρακες) κι εμείς «άι στον κόρακα».
‘Οταν πρόκειται για κατάρα, «φεϋγ’ ές κόρακας», «πήγαινε στον κόρακα. Πολλές οι γνώμες για την προέλευση της φράσης. Ο Θεός χρησμοδότησε τους Βοιωτούς, να κατοικήσουν εκεί που θα βλέπανε λευκά κοράκια. Βλέποντας κοντά στον Παγασητικό να πετάνε άσπρα κοράκια, που, όμως, τα είχαν βάψει τα παιδιά με γύψο, εγκαταστάθηκαν εκεί και έχτισαν το χωριό «Κόρακας». Ύστερα οι Αιολείς  τούς έβγαλαν από κει και έστελναν στο μέρος αυτό τους εξόριστους και τους καταδικαζόμενους με κακουργήματα.
 ‘Οταν έπεφτε λοιμός, οι άνθρωποι κυνηγούσαν τα κοράκια, που τα εξάγνιζαν και τα άφηναν να πετάξουν, λέγοντας στο λοιμό «φεϋγ’ ές κόρακας».
Αλλά και ο Αίσωπος έφτιαξε ένα μύθο με μια καρακάξα ή καλιακούδα (κολοιόν) που αρπάχτηκε με κοράκια, αλλά αυτά τον νικήσανε και γύρισε στους συντρόφους του, οι οποίοι τον έδιωξαν, λέγοντάς του: «φεύγ’ ές κόρακας». 
‘Αλλη εκδοχή είναι αυτή, που σημαίνει κάτι ανάλογο με το σημερινό «γκρεμίσου», επειδή τα κοράκια ζουν σε απόκρημνα βράχια. Άλλοι, ότι το «ές κόρακας" προήλθε από τον Κόρακα, γιο της Νύμφης Αρεθούσας από την Ιθάκη, ο οποίος κυνηγώντας, γκρεμίστηκε από ένα φοβερό βράχο.
‘Αλλοι πάλι, που λένε τη φράση αυτή, εννοούν, ότι ο καταραμένος μένει άταφος και γίνεται έτσι τροφή για τα κοράκια.
Ο Αριστοφάνης, μάλιστα, σατιρίζοντας την ανταμοιβή των Αθηναίων στους δούλους εκείνους, που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία των Αργινουσών, δίνοντάς τους την ελευθερία, γράφει στην αρχή των «Βατράχων» του ένα χαριτωμένο λόγο μεταξύ του Θεού Διόνυσου και του δούλου του Ξανθία:
«Δ: Άκου εκεί αυθάδεια και τεμπελιά. Εγώ ο Διόνυσος, του Σταμνίου ο γιος, να πηγαίνω πεζός και να κατακόβομαι και να έχω τούτον καβάλα, για να μην ταλαιπωρείται και να μη σηκώνει βάρος!
Ξ: Δε σηκώνω βάρος εγώ;
Δ: Πώς σηκώνεις, αφού πας καβάλα; (Ο Ξ. είναι φορτωμένος με ένα σακούλι στον ώμο).
Ξ: Τούτο δώ δεν το σηκώνω;
Δ: Με ποιον τρόπο;
Ξ: Με μεγάλο κόπο.
Δ: Αλλά το βάρος τούτο, που σηκώνεις εσύ, δεν το σηκώνει ο γάιδαρος;
Ξ: ‘Οχι βέβαια, τούτο, που έχω εγώ και το σηκώνω στον ώμο μου, μα το Δία, όχι.
Δ: Και πώς το σηκώνεις εσύ, αφού σηκώνει εσένα;
Ξ: Δεν ξέρω, μονάχα πως τσακίστηκε ο ώμος μου.
Δ: Αφού λες, λοιπόν, ότι το γαϊδούρι σε τίποτα δε σ’ ωφελεί, κατέβα και φορτώσου εσύ το γάιδαρο να τον πηγαίνεις.
Ξ: Αλί μου, ο κακορίζικος· γιατί να μη λάβω κι εγώ μέρος στη ναυμαχία; Θα σ’ άφηνα να ξεφωνίζεις όσο θέλεις».
Ξ: Όχι, μα τον Δία, γιατί έτυχε να μου πονάν τα μάτια.
ΧΑΡΩΝ: Ποιος έρχεται σε τόπο αναπαύσεως, μακριά απ’ τις πίκρες και τα βάσανα του κόσμου, της Λήθης την πεδιάδα, στην Ονοκούρα, στους Κερβερίους, στον Κόρακα, στον Ταίναρο.
Δ:Εγώ.
Χ: Έμπα γρήγορα μέσα.
Δ: Λες να μας πας αλήθεια στον Κόρακα;
Χ: Ναι, μα το Δία, εσένα δηλαδή. Μείνε, λοιπόν.
Δ: ‘Ελα, παιδί μου.
Χ: Το δούλο δεν τον παίρνω, εκτός αν έλαβε μέρος στη ναυμαχία για το πετσί του.
Ξ: Όχι, μα το Δία, γιατί έτυχε να μου πονάν τα μάτια»...
Την ίδια φράση «άι στον κόρακα» τη συναντάμε και σε άλλους λαούς. Οι Γάλλοι  π.χ. λένε «Ω κορμπώ». Και η εξήγησή της: «να σε φάνε τα όρνια» (να πεθάνεις), έτσι να σε βρουν άταφο στους δρόμους.  Η αταφία, μάλιστα, για τους αρχαίους ήταν η μεταθανάτια ατίμωση, όπως είδαμε και στον Αριστοφάνη και αλλού.

" Άσ' τον να κουρεύεται" - "Άιντε να κουρεύεσαι".
Στα Βυζαντινά χρόνια ήταν συνηθισμένο το θέαμα της διαπόμπευσης. Οι Βυζαντινοί το είχαν ένα από τα πρώτα τους θεάματα να πηγαίνουν στις πλατείες και στους δρόμους, για να παρακολουθήσουν μια διαπόμπευση. Οι τιμωρούμενοι ήταν οι κλέφτες, οι δειλοί, οι μεθυσμένοι, οι αντάρτες, αλλά πολλές φορές και εξέχοντα πρόσωπα. Η πρώτη δουλειά ήταν να κουρέψουν αυτόν που επρόκειτο να διαπομπευτεί. Ήταν μεγάλη προσβολή τότε να κουρέψεις κάποιον, έτσι όπως στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, ήταν βρισιά να απειλήσεις κάποιον ότι θα του ξυρίσεις το μουστάκι.  Είναι εύκολο λοιπόν τώρα να εξηγήσουμε τις φράσεις: "άστον να κουρεύεται" και "άντε να κουρεύεσαι", που σύμφωνα με τη λαϊκή ορολογία είναι τόσο "σκάρτος", ώστε του αξίζει να κουρευτεί.  Καμιά φορά ακούμε και τη λέξη: "κουρέματά σου".  Το ρήμα "κουρεύω" στους Βυζαντινούς σήμαινε: "κουράζω". Είναι δε συνηθισμένη η φράση: "τον τάδε εκούρασαν μοναχόν". Επειδή λοιπόν, για τον καταδικαζόμενο στη διαπόμπευση και "κουράν", το γεγονός δημιουργούσε ένα ψυχικό και σωματικό κάματο, γιατί πολλές φορές τον χτυπούσαν κιόλας, έμεινε στα χρόνια το "κουράζω", σαν συνώνυμο με το "καταπονώ".

  "Αυτός θέλει ξύλο με βρεγμένη σανίδα" ή "Θα στις βρέξω".
 Είναι συνηθισμένη η φράση που ακούμε από μικρή ηλικία: "Κάτσε ήσυχα, γιατί θα στις βρέξω" μας λέει η μητέρα μας απειλητικά. Άλλος πάλι λέει: "τους τις έβρεξα για τα καλά", δηλαδή τον ξυλοκόπησα για τα καλά.  Θα σου τις βρέξω σημαίνει, ότι θα του καταφέρω χτυπήματα βροχηδόν. Στα παλιά τα χρόνια, όταν κάποιον τον έβαζαν στη φάλαγγα (τρόπος βασανισμού), πριν του χτυπήσουν τα πόδια του με μια βίτσα, του τα έβρεχαν γιατί έτσι θα πονούσε περισσότερο. Γνωστό επίσης είναι ότι στην Αρχαία Ελλάδα, καθώς και στο Βυζάντιο, οι λιποτάκτες, οι δειλοί, οι προδότες, τιμωρούνταν με τη "φάλαγγα". Η φάλαγγα ήταν ένα ξύλινο ικρίωμα, ένα μέτρο ψηλό, που είχε δυο τρύπες στη μέση. Στις τρύπες αυτές περνούσαν γυμνά τα πόδια του τιμωρημένου, ο οποίος βρισκόταν έτσι μισοκρεμασμένος από το πίσω μέρος του ικριώματος. Σε εκείνη τη θέση λοιπόν, όλοι οι συμπατριώτες του - ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του - ήταν υποχρεωμένοι με ειδικό νόμο, να του δώσουν δεκατρία χτυπήματα, στις γυμνές πατούσες. Πριν όμως τον δείρουν έβρεχαν τις βίτσες τους , κι αυτό γιατί τα χτυπήματα έτσι ήταν πιο οδυνηρά.  Από την απάνθρωπη αυτή τιμωρία έμεινε στα χρόνια μας η φράση: "κάθισε ήσυχα γιατί θα στις βρέξω" ή "αυτός θέλει ξύλο με βρεγμένη σανίδα".

 "Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι".Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους.  Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: "σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια". Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ.

 "Μ' έπιασε κότσο" - "Έκανε κότσο τα μαλλιά της".
 Ο κότσος είναι ένα είδος χτενίσματος. Στα παλιότερα χρόνια ήταν το κυριότερο γυναικείο χτένισμα. Σήμερα που και που φαίνεται κι αυτό αν το απαιτεί η μόδα.  Κόττος είναι η αρχική λέξη που δημιούργησε τον κότσο και σημαίνει το λειρί του κόκορα. Μάλιστα στην επέκτασή του, κόττος είναι ο αλέκτορας [κόκορας] και το θηλυκό του "όρνις" = "όρνιθα", που αργότερα ονομάστηκε κότα!  Από αυτόν λοιπόν τον κόττο -το λειρί- βαφτίστηκε και το φουντωτό και φουσκωτό χτένισμα κόττος, που σιγά σιγά με τη φθορά της λέξης έγινε: "κότσος". Οι γυναίκες λοιπόν για να φτιάξουν το κότσο στα μαλλιά τους τον έδεναν με φουρκέτες, με λάστιχα κλπ. Και σήμερα, λέγοντας τη φράση: "μ' έπιασες κότσο" εννοούμε: "με τύλιξες, με ξεγέλασες, με παραπλάνησες" με τις πονηριές σου.

 Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη"
  Σ’ έναν από τους περίφημους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό.
Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα».  Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται»

 "Ο μήνας έχει εννιά".
Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα από την πολύχρονη δουλεία, ο δημόσιοι υπάλληλοι πληρωνόντουσαν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Από αυτήν λοιπόν την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: "εννιά έχει ο μήνας". Υπάρχει κι ένα παλιό τραγούδι που λέει: "και ο μήνας έχει εννιά".   Δεύτερη εκδοχή:  Ίσως να προέρχεται και από την απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους, όταν αυτοί τους ζήτησαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες: "Είναι εννέα του μηνός και δεν είναι γιομάτο το φεγγάρι ... (οι θυσίες από το Μιλτιάδη κ.λ.π.)

 'Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του".
Στο Μεσαίωνα, οι περισσότεροι μαθητές προτιμούσαν να το σκάνε από τις τάξεις τους, παρά να πηγαίνουν στα μαθήματά τους. Οι δάσκαλοι, πάλι, ήταν σωστοί δεσμοφύλακες. Όταν ένας μαθητής δεν ήξερε ν’ απαντήσει σε μια ερώτηση, δενόταν χεροπόδαρα και μεταφερόταν στα υπόγεια του σχολείου, όπου έκανε συντροφιά με τους ποντικούς, που ζούσαν εκεί κάτω. Άλλοτε, πάλι, τον έγδυναν και τον άφηναν ώρες στο κρύο. Στην πρώτη σειρά, ήταν το ξύλο. Με κάτι ειδικές βέργες, ο δάσκαλος έπιανε το παιδί, του έβγαζε τα παπούτσια και το χτυπούσε κάτω από τις πατούσες. Τα απάνθρωπα αυτά μαρτύρια, γινόντουσαν σε όλα τα σχολεία της Ευρώπης. Στην Αγγλία καταργήθηκαν, μόλις, το δέκατο όγδοο αιώνα. Γι’ αυτό, όμως, και ο κόσμος έμεινε αγράμματος. Τα παιδιά προτιμούσαν να το σκάνε όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα σπίτια τους. Στο τέλος, καταντούσαν αλήτες, κλέφτες και, πολλές φορές, εγκληματίες. Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν, σχεδόν όλοι, καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά, έδερναν κι αυτοί τους μαθητές, αλλά μόνο μια φορά το χρόνο. Δηλαδή τον Αύγουστο, που σταματούσαν τα μαθήματα—για να ξαναρχίσουν, πάλι, τέλη Σεπτεμβρίου— κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο, για να φάει το... ξύλο του. Έτσι είχαν την εντύπωση, ότι τον ένα μήνα, που Θα έλειπαν από το σχολείο, θα ήταν φρόνιμοι. Απ’ αυτό βγήκε και η φράση: «έφαγε το ξύλο της χρονιάς του», που τη λέμε, όταν μαθαίνουμε, πως κάποιος τις έφαγε για καλά.

 "Τα βρήκε μπαστούνια"
Εκατό χρόνια μετά το πάρσιμο του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή  αυτή την επέτειο. Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών. Νικητές ξεχώρισαν δυο: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος - μόλις 20 χρονών- και ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος. Εκείνη την ημέρα κάλεσε σε μονομαχία ο "Μπάιλος" του Μορέα, Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς Ιωάννη, που φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του κι αρνήθηκε να χτυπηθεί με την πρόφαση ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο. Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, γιατί ανέβηκε πάνω σ' αυτό το ίδιο το άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: "Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο". Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν "μπαστέν" και οι Έλληνες τα έλεγαν "μπαστούνια". Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο. Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό "μπαστούνι". Και τα δυο τα βρήκε "μπαστούνια". Ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος. Από τότε έμεινε η φράση: τα βρήκε μπαστούνια". Φυσικά δεν έχει σχέση με τα τραπουλόχαρτα. Τη φράση τη λέμε όταν κάποιος συναντάει δυσκολίες -εμπόδια- στη δουλειά του.

"Τα έκαναν πλακάκια"
  Τη φράση αυτή λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε ότι, δυο άνθρωποι τα είχαν από πριν συμφωνημένα, δηλαδή τα έκαναν έτσι, ώστε να μη φαίνεται τίποτα από εκείνο που τους κατηγορούσαν. Μερικοί θέλουν να υποστηρίζουν ότι η έκφραση προήλθε από τη συμμετρική τοποθέτηση των πλακιδίων των σπιτιών. Είναι όλα τα πλακάκια έτσι τοποθετημένα που δε μένει κανένα κενό! Άλλοι πάλι λένε, πως η έκφραση προήλθε από το παιχνίδι των χαρτιών "πλακάκια". Δυο συμπαίκτες τα κανονίζουν έτσι τα κοψίματα των χαρτιών (στα πλακάκια κόβουν πολλές φορές και όποιος έχει το μεγαλύτερο ή το ίδιο - ανάλογα τη συμφωνία - κερδίζει), ώστε να χάνει πάντα ο τρίτος συμπαίκτης τους.

"Η φτήνια τρώει τον παρά"
 Όταν λέμε ότι η φτήνια τρώει τον παρά, εννοούμε πως αν ψωνίσεις κάτι φθηνό, γρήγορα θα χαλάσει και θα το πετάξεις. Μερικοί όμως το έχουν παρεξηγήσει και λένε ότι το φθηνό πράγμα τρώει τον παρά, δηλαδή με λίγα χρήματα μπορείς να αγοράσεις κάτι που άλλοι το πουλάνε ακριβότερα.  Η φράση αυτή έμεινε από μια συμβουλή που έδωσε ο ιδρυτής της Εθνικής Τράπεζας Γεώργιος Σταύρος: "Αποτελεί λάθος ότι το εμπόριον είναι να αγοράζετε όσο το δυνατόν πιο ευθηνά και να πωλήτε όσο το δυνατόν πιο ακριβά. Τούτο είναι ορθόν μόνον εις εκτάκτους περιστάσεις. Μόνιμον εμπόριον και τακτικούς πελάτας έχει μόνον εκείνος ο οποίος πωλεί πλέον ευθηνά από όσον άλλος. Τοιουτοτρόπως αποκτά και την φήμην του ευθηνού και δια τούτο του πλέον προτιμούμενου εμπόρου. Οι καιροί είναι και δια πολύ μακρόν χρόνον θα είναι, δύσκολοι και το χρήμα ολίγον. Ο λαός λοιπόν θα δυσκολεύεται να αγοράζη. Ούτω το εμπόριον θα μαραίνεται, αν δεν διευκολύνωμεν τους αγοραστάς με, κατά το δυνατόν, μικράς τιμάς. Αποτελεί δε πειρασμόν η μικρά τιμή δι όσους έχουν αγοραστικάς ανάγκας. Η ευθήνεια κατατρώγει των πελατών το χρήμα και κάμνει τους πελάτας ακόμη και πολλούς από όσους δεν έχουν μεγάλην διάθεσιν ν' αγοράσουν...".   Αυτά τα τελευταία λόγια του Γεωργίου Σταύρου τα διαμόρφωσαν κάπως και βγάλανε τη φράση: "η φτήνια τρώει τον παρά". Και από τότε έμεινε.

 "Θα γίνω χαλί να με πατήσεις"
 Σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν οι κόλακες, αυτοί δηλαδή που για να έχουν προσωπικά οφέλη πλέκουν ύμνους για τους ανωτέρους τους κατά τρόπο υπερβολικό. Στην Βυζαντινή εποχή υπήρχαν ειδικοί δάσκαλοι, που δίδασκαν την κολακεία σε ενδιαφερόμενους, που ήθελαν να πετύχουν κάποια θέση στα ανάκτορα. Όλοι αυτοί ονομάζονταν "αυλοκόλακες" και πολλές φορές με την κολακεία τους, κατάφερναν να φτάσουν σε μεγάλα αξιώματα και να γίνουν τύραννοι του λαού. Κάποτε, σε μια λαϊκή εξέγερση, μερικοί επαναστάτες έπιασαν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το Β' και του έκοψαν τη μύτη!  Και οι εφτά τότε κόλακές του, έκοψαν κι αυτοί τη δική τους μύτη, για να μη υπερέχουν σε τίποτα από αυτόν. Όταν ο κύριός τους ήθελε να καβαλήσει το άλογό του οι κόλακες μάλωναν μεταξύ τους ποιος θα πρωτοσκύψει για να πατήσει επάνω στην πλάτη του ο αυτοκράτορας. Άλλοτε πάλι, για να μη λερώσει τα κόκκινα σανδάλια του, οι κόλακες έπεφταν κατάχαμα μέσα στις λάσπες και τις ακαθαρσίες, ενώ ο αφέντης πατούσε επάνω τους, για να μπει στο παλάτι του. Από την τελευταία αυτή ταπεινή πράξη των αυλοκολάκων έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: "θα γίνω χαλί να με πατήσεις", που τη λέμε συνήθως, όταν θέλουμε να πείσουμε κάποιον, από τον οποίο ζητάμε μια χάρη, ή να τον ευχαριστήσουμε για κάποιο σκοπό.

28/12/2006          [στην αρχή της σελίδας]

Επαναφορά σελίδας

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΑΠΩΝ