"Ένας κόσμος που αλλάζει"

Ο βυρσοδέψης

   Η απασχόληση αυτή δεν υπάρχει πλέον στις Σάπες

 
   Ο βυρσοδέψης είναι εκείνος που ασχολείται με την κατεργασία των δερμάτων. Είναι από τα πιο παλιά επαγγέλματα του κόσμου και είναι φυσικό αυτό αφού τα ζώα και όλα τα παράγωγά τους ήταν απαραίτητα για τη διαβίωση των ανθρώπων από την αρχαία εποχή.  Με το δέρμα των ζώων έφτιαχναν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα στρωσίδια, με το μαλλί ύφανε επίσης ρούχα , στρωσίδια και άλλο απαραίτητο εξοπλισμό. Το δέρμα όμως για να είναι χρήσιμο έπρεπε να υποστεί μια σειρά από διεργασίες, που τις γνώριζε καλά ο βυρσοδέψης.
 Τα είδη των δερμάτων
Τα πιο συνηθισμένα δέρματα που χρησιμοποιούσε ο βυρσοδέψης ήταν του βοδιού, της αγελάδας, του βουβαλιού, του αλόγου, του γουρουνιού, των προβάτων και των κατσικιών.  Τα δέρματα των χοίρων και των αγελάδων, επειδή ήταν χοντρά τα προόριζαν για τσαρούχια, για σόλες και πάτους παπουτσιών. Τα πρόβεια τα έκαναν γιλέκα ή φόδρες στο μέσα μέρος των παπουτσιών. Ακόμη τα χρησιμοποιούσαν και για την κατασκευή σαμαριών.
Η δουλειά του βυρσοδέψη
Η δουλειά του βυρσοδέψη ήταν δύσκολη και κυρίως ανθυγιεινή. Ανυπόφορη ήταν η βρώμα και η μυρωδιά του παλιού και σάπιου δέρματος.  Η καλύτερη εποχή για την αγορά δέρματος ήταν ο Οκτώβριος. Αν άρχιζαν οι βροχές τα δέρματα δεν στέγνωναν.  Από το καλοκαίρι ακόμη γύριζε τα χωριά και παζάρευε τα δέρματα πριν ακόμη σφάξουν τα ζώα. Όταν τα μάζευε άρχιζε το πρώτο στάδιο της επεξεργασίας.
   ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΔΙΟ:  Αλάτιζε καλά τα δέρματα και κατόπιν τα κρεμούσε για να στεγνώσουν. Μετά από 20 ημέρες περίπου τα βουτούσε μέσα σε γούρνες με νερό και καυστική ποτάσα, ώστε να φύγουν οι βρωμιές και να μαλακώσουν.  Στη συνέχεια τα τέντωνε και μ’ ένα μαχαίρι καθάριζε καλά τα τελευταία υπολείμματα από κρέας, λίπος κλπ.  Για 8 περίπου ημέρες τα έχωνε μέσα σε λακκούβες με νερό και λιωμένο ασβέστη. Με τον ασβέστη γινόταν η αποτρίχωση, αφού μαλάκωνε καλά και άνοιγαν οι πόροι του δέρματος.  Τις τρίχες δεν τις πετούσε φυσικά. Τις έδινε για το γέμισμα των σαμαριών και για οικοδομικά υλικά. 
 Η επεξεργασία των δερμάτων όμως δεν έχει ακόμη τελειώσει. Τα αποτριχωμένα πλέον δέρματα τα βουτούσε για 2-3 μέρες σε ξύλινες σκάφες γεμάτες ακαθαρσίες σκύλων με χλιαρό νερό, για να απομακρύνει τον ασβέστη, να τα λιπάνει και να γίνουν ελαστικά.  Μετά τα έπλενε με άφθονο νερό γιατί οι ακαθαρσίες των σκύλων είχαν καυστικές ιδιότητες που μπορούσαν να καταστρέψουν τα δέρματα.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ:  Κρατούσε περίπου 15 ημέρες και σ’ αυτό γινόταν μια ειδική επεξεργασία για να σταματήσουν το σάπισμα του δέρματος. Μια μέθοδος ήταν η παραδοσιακή με φυτική κατεργασία με λίπη και έλαια. Τα φυτικά υλικά περιείχαν μεγάλες ποσότητες από το καπάκι του βελανιδιού, τα φύλλα από το σχίνο, τη φλούδα του πεύκου και της καστανιάς ή τη ρίζα του πουρναριού. Αυτά τα έτριβε σε χειροκίνητους μύλους και τα διέλυε σε ζεστό νερό. Άφηνε το νερό να κρυώσει κι εκεί έριχνε τα δέρματα για λίγες ημέρες. Ύστερα τα καθάριζε καλά, τα στέγνωνε, τα λάδωνε και με ειδικούς κυλίνδρους τα σιδέρωνε. Τώρα, τα δέρματα καθαρά, γυαλισμένα, βαμμένα και σιδερωμένα ήταν έτοιμα να πουληθούν στους τσαγκάρηδες, τους σαμαράδες και τους άλλους εμπόρους.
Σήμερα, όλα έχουν αλλάξει. Με τη βοήθεια χημικών ουσιών και με τα σύγχρονα μηχανήματα οι διαδικασίες επεξεργασίας των δερμάτων έχουν γίνει πολύ πιο απλές και σύντομες.
  
   Οι βυρσοδέψες των Σαπών
Παλιότερη αναφορά για τις Σάπες, ενός Τούρκου περιηγητή, του Εβλιγιά Τσελεμπή, το 17ο αιώνα, ο οποίoς περιγράφει την κωμόπολη Σαπτσι-λάρ, κτισμένη στους πρόποδες όρους, με διακόσια σπίτια, ένα τζαμί κι ένα χάνι, κατοίκους μωαμεθανούς και μη, και ασχολία των μη μουσουλμάνων την εκσκαφή στυπτηρίας.   Άλλη μαΧώρος ποη χρησιμοποιήθηκε ως βυρσοδεψειο πριν από μερικά χρόνιαρτυρία Γάλλου περιηγητή, του 19ου αιώνα, του Α Viquesuel κάνει λόγο για το Σαπ χανά ή Σαπτσιλάρ ή Σαπτσi, ερμηνεύοντας σαφώς την ετυμολογία και για την εκμετάλλευση πετρωμάτων στύψης στο «Χάνι της Στύψης» (Σαπ χανά). Το χωριό επί τουρκοκρατίας είχε αυτό το όνομα, που προερχόταν από την τουρκική λέξη σιάπ, που σημαίνει στύψη (διπλό θειικό άλας του αργιλίου και του καλίου).  
Κατά μήκος του χειμάρρου "Μπουκλουτζά" που τότε δεν είχε σκεπαστεί ακόμη, υπήρχαν παλιότερα εργαστήρια όπου γινόταν η επεξεργασία των πετρωμάτων της στύψης, με τα οποία χρωμάτιζαν δέρματα, υπήρχαν βυρσοδεψεία και πηγές με στυφό νερό. Εκεί υπήρχε ένας πέτρινος μύλος. Σ' αυτόν άλεθαν τα κελύφη από τα βελανίδια. Οι δυο μεγάλες πέτρες του μύλου κινούνταν με τη βοήθεια ενός ζώου, καθώς αυτό έκανε διαρκώς κύκλους!  Οι παλιές αυτές αναφορές έδειχναν πόσο ευνοϊκές ήταν οι συνθήκες για τους βυρσοδέψες. Γι αυτό και την εποχή εκείνη το επάγγελμα ήταν διαδεδομένο.
Μετά το 1967, ο χείμαρρος «Μπουκλουτζάς» σκεπάστηκε και όσα εργαστήρια βυρσοδεψείων υπήρχαν μεταφέρθηκαν σε κτίσμα δίπλα στα σημερινά Δημοτικά Σφαγεία. Εκεί λειτούργησαν μέχρι το 1985 περίπου. [σχετική φωτογραφία δημοσιεύουμε]. Σήμερα δε λειτουργούν αφού κανείς δεν ασχολείται με το επάγγελμα του βυρσοδέψη. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια με τη βυρσοδεψία ασχολούνταν αποκλειστικά μουσουλμάνοι κάτοικοι των Σαπών. Γνωστοί βυρσοδέψες ήταν ο Μπαλτά Μεμέτ Χασαν, ο Ιμπραήμ Ογλού Ιμπραήμ, ο Ιμπραήμ Ογλού Ισμαήλ, ο Χατζή Χαφούζ Χουσεΐν Ιμπραήμ, πριν το 1940 και ο γιος του Χατζή Χαφούζ Ισμαήλ
ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ: 13 / 2 / 2005

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΑΠΩΝ